Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

Του Άκη Παυλογιάννη (Φαίακας)

Οι σύλλογοι και οι παράγοντες: Για να υπάρχει παιχνίδι μπάσκετ και για να διαμορφωθούν δομές ανάπτυξης και διάδοσης της καλαθοσφαίρισης, κάτι που ισχύει βέβαια για όλα τα αθλήματα, πρέπει να λειτουργούν σύλλογοι – ομάδες και για να έχουν δράση οι ομάδες είναι απαραίτητο να υπάρχουν ενεργοί παράγοντες. Ασφαλώς και είναι αναγκαία η αξιολόγηση της παραγοντικής δράσης και ασφαλώς οι παράγοντες κατατάσσονται ανάλογα με το έργο τους σε επαρκείς και ανεπαρκείς, σε καλούς και κακούς, όπως άλλωστε συμβαίνει με τους παίχτες, τους προπονητές, τους διαιτητές, τους φιλάθλους, αλλά και με όλες τις μορφές κοινωνικής δραστηριότητας. Η πραγματικότητα πάντως είναι απλή και αδιαμφισβήτη: για να λειτουργήσουν σε πρώτο επίπεδο σύλλογοι – ομάδες πρέπει να αφιερώσουν χρόνο και έργο οι παράγοντες. Η διαπίστωση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία στην εποχή μας, όπου τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα αυξάνονται, ο ελεύθερος χρόνος συρρικνώνεται και η παραγοντική εθελοντική προσφορά μειώνεται δραματικά. Μόνο όσοι ζουν στο περιβάλλον των συλλόγων και βιώνουν καθημερινά τα προβλήματα επιβίωσης και λειτουργίας αυτών μπορούν να καταλάβουν την αγωνία των ανθρώπων του αθλητισμού για τη συνέχεια της δράσης των ομάδων και κυρίως να εκτιμήσουν το μοναχικό αγώνα των «τελευταίων» παραγόντων για να συνεχίζει να υπάρχει συλλογικός αθλητισμός. Από εδώ και πέρα, βέβαια, το «παιχνίδι» ανήκει αποκλειστικά στους πρωταγωνιστές, στους αθλητές και στους προπονητές. Για να υπάρξει, όμως, οργανωμένο – επίσημο παιχνίδι πρέπει να υπάρξει σύλλογος και ομάδα.
Η ανάγκη της αυτοκριτικής: Το θέμα δεν αφορά μόνο την καλαθοσφαίριση ή τον αθλητισμό, αλλά μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Η θέση ότι «πάντα φταίει ο άλλος» αποτελεί νοοτροπία που δυσχεραίνει τη λειτουργία της κοινωνίας. Η κατάσταση δεν μπορούσε να είναι διαφορετική στο χώρο του μπάσκετ, δεδομένου ότι ο αθλητισμός αποτελεί μέρος του κοινωνικού συνόλου. Η αξιολόγηση και η κριτική εστιάζει πάντα στον άλλο που κατά περίπτωση είναι ο μοναδικός υπαίτιος. Πότε φταίει ο παίχτης, πότε ο παράγοντας, πότε ο φίλαθλος, πότε ο προπονητής, πότε ο διαιτητής, κυρίως οι δύο τελευταίοι είναι οι εύκολοι στόχοι, οι αναλώσιμοι. Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από την παρουσία αυτόκλητων κριτών που με αδιευκρίνιστη συνήθως ιδιότητα είναι έτοιμοι να κρίνουν πρόσωπα και καταστάσεις, να γνωμοδοτήσουν επί παντός επιστητού, να καταλογίσουν ευθύνες και να ονομάσουν υπαίτιους των γεγονότων. Σε αυτό ακριβώς το σημείο έρχεται η ώρα της αυτοκριτικής. Αυτή η πράξη, άλλωστε, περιέχει το μεγαλείο της γνώσης και της προόδου. Με την αυτοκριτική λειτουργεί η αυτογνωσία, ενεργοποιείται ο αυτοέλεγχος, ακολουθεί η μεταμέλεια, γίνεται πράξη η βελτίωση. Παράλληλα ενισχύεται η δημοκρατική και ισότιμη λειτουργία της ομάδας, αναγνωρίζονται με τεκμηριωμένο τρόπο οι αστοχίες και τα προβλήματα, σχεδιάζονται οι επανορθωτικές κινήσεις, εξομαλύνονται με έντιμο τρόπο οι διαφορές. Η ανάπτυξη στον αθλητισμό έρχεται μέσα από τη σύνθεση και ποτέ μέσα από την εμπάθεια και την αντιπαράθεση. Η αυτοκριτική δεν αποτελεί μόνο μια σίγουρη μέθοδος διάγνωσης και διόρθωσης της παθογένειας ενός αθλητικού οργανισμού. Παράλληλα καθορίζει και μια παιδαγωγική συμπεριφορά διαχείρισης των πραγμάτων μιας ομάδας. Μόνο που για να εφαρμοσθούν όλα αυτά με συνέπεια και αποτελεσματικότητα πρέπει οι «άνθρωποι» της ομάδας να έχουν αποδεδειγμένη σχέση με αυτά που πλέον ονομάζουμε περιβάλλον και επιστήμη αθλητισμού, ώστε να μπορούν να αξιολογήσουν καταστάσεις και να προτείνουν την κατάλληλη διαχείριση κατά περίπτωση.
Το παιδαγωγικό – κοινωνικό περιβάλλον ενός συλλόγου: Οι υποδομές των συλλόγων πρέπει να είναι αρχικά και πρωτίστως παιδαγωγικοί και κοινωνικοί χώροι. Χώροι, δηλαδή, που θα παρέχουν καταρχάς τις συνθήκες στα παιδιά να ευχαριστηθούν τον ελεύθερο χρόνο τους και να ψυχαγωγηθούν, να γνωρίσουν μεθοδικά και αβίαστα τις διαχρονικές [αθλητικές] αξίες, να διαμορφώσουν το χαρακτήρα τους, να κοινωνικοποιηθούν, να ασκηθούν με πρόγραμμα και ασφάλεια και στη συνέχεια να εξειδικευθούν στο άθλημα και πιθανόν να ασχοληθούν με αυτό. Περισσότερο από το να γίνει ένα παιδί καλός παίχτης, μας ενδιαφέρει να γελά, να φεύγει από το γήπεδο χαρούμενο. Αυτός ο στόχος των ορθά δομημένων αθλητικών υποδομών αποτελεί πλέον βασικό αιτούμενο του επιστημονικού κλάδου της οργάνωσης και της διαχείρισης του αθλητισμού αλλά και κάθε συλλόγου – ομάδας που φιλοδοξεί να διαμορφώσει σύγχρονες δομές άθλησης. Παράλληλα μια τέτοια προσέγγιση της αθλητικής ανάπτυξης εκπληρώνει δύο βασικούς στόχους: διευρύνει τη «βάση» των συλλόγων και κατά συνέπεια αυξάνει τις δυνατότητες επιλογής ικανών αθλητών και διασφαλίζει πολύπλευρα τη συνέχεια των ομάδων και κυρίως τη διαμόρφωση του ψυχοσυναισθηματικού κόσμου των παιδιών και τη δημιουργία ευχάριστων αναμνήσεων για πάντα. Γιατί, όπως εύστοχα σημείωσε ο κ. Μίσσας, μερικοί θα παίξουν μπάσκετ και κάποιοι- σίγουρα λιγότεροι - θα διακριθούν. Αυτό, όμως, που έχει ύψιστη σημασία είναι όλοι να θυμούνται τα αθλητικά τους χρόνια ως μια όμορφη ανάμνηση. 
 
Α.Π.
Κέρκυρα 27/7/2013

Δεν υπάρχουν σχόλια: